γυμνήτης

γυμνήτ-ης, ου, , =
A f.l. for γυμνής 11.1, X.An.4.1.6.
II Adj., naked, Lyc.388, Luc.Bacch.3.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γυμνήτης — γυμνήτης, ο (θηλ. γυμνῆτις, ιδος, η) (Α) 1. στρατιώτης ελαφρά οπλισμένος 2. γυμνός, γυμνή. [ΕΤΥΜΟΛ. Παρεκτεταμένος τ. του γυμνής με το επίθημα της] …   Dictionary of Greek

  • γυμνήτης — naked masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνήτης ή γυμνίτης — Έτσι ονομαζόταν στην αρχαία Ελλάδα ο στρατιώτης με ελαφρύ οπλισμό, δηλαδή με ακόντιο, τόξα και σφενδόνες χωρίς ασπίδες ή άλλα βαρύτερα όπλα. Οι γ. ονομάζονταν και ψιλοί, ενώ ο Θουκυδίδης αναφέρει πως ήταν εθελοντές …   Dictionary of Greek

  • γυμνητῶν — γυμνήτης naked masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνήτην — γυμνήτης naked masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνῆτα — γυμνής light armed foot soldier masc acc sg γυμνήτης naked masc voc sg γυμνήτης naked masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνήτας — γυμνήτᾱς , γυμνήτης naked masc acc pl γυμνήτᾱς , γυμνήτης naked masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνήτις — η βλ. γυμνήτης …   Dictionary of Greek

  • γυμνῆται — γυμνάζω train naked fut ind mid 3rd sg (doric) γυμνήτης naked masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.